Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Ορθάνοιχτος ο δρόμος για την άρση κάθε εμποδίου στις ομαδικές απολύσεις


Η πρόταση του γενικού εισαγγελέα δεν αφορά μόνο στη διοικητική έγκριση από τον υπουργό, αλλά και σε κάθε άλλον παράγοντα που εμποδίζει την ελευθερία δράσης του κεφαλαίου
«Η Ευρωπαϊκή Ενωση βασίζεται στην ελεύθερη οικονομία της αγοράς, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις πρέπει να έχουν την ελευθερία να ασκούν τις δραστηριότητές τους κατά το δοκούν. Ποια είναι λοιπόν τα όρια της παρεμβάσεως των κρατών - μελών, προκειμένου να διασφαλιστεί η εργασιακή ασφάλεια των εργαζομένων;
Αυτό είναι το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει στην παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως».Μ' αυτόν τον αποκαλυπτικό τρόπο ξεκινάει την πρότασή του προς το Δικαστήριο της ΕΕ ο γενικός εισαγγελέας Nils Wahl, ξεκαθαρίζοντας ευθύς εξαρχής ότι αυτό που καλείται να κρίνει το δικαστήριο, δεν είναι το γράμμα του νόμου και κατά πόσο εφαρμόζεται από την ελληνική νομοθεσία για τις ομαδικές απολύσεις, αλλά αν αυτή εναρμονίζεται με το «πνεύμα» της συνολικής λειτουργίας της ΕΕ, που έχει για θεμέλιο λίθο την ανεμπόδιστη δράση του κεφαλαίου.

Αυτός, άλλωστε, είναι και ο ρόλος της οδηγίας 98/59 της ΕΕ για τις ομαδικές απολύσεις, η οποία, σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα «(...) δεν προβλέπει κανόνες σχετικά με την εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων ή τη διαχείριση του προσωπικού, ούτε θίγει την ελευθερία του εργοδότη να προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις. Μοναδικός σκοπός της είναι η πρόβλεψη διαβουλεύσεως με τις ενώσεις εργαζομένων και η ενημέρωση της αρμόδιας δημόσιας αρχής πριν τις εν λόγω απολύσεις, ήτοι η εναρμόνιση της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται κατά τις ομαδικές απολύσεις».
Θεμελιώδεις αντεργατικές αρχές

Αφού ξεκαθαριστεί το πλαίσιο, ο γενικός εισαγγελέας μπαίνει στην ουσία της υπόθεσης, εξετάζοντας αν και κατά πόσο η ελληνική νομοθεσία και ειδικά η «διοικητική έγκριση» του υπουργού στις ομαδικές απολύσεις «εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ελευθερίας εγκαταστάσεως, της ελεύθερης κυκλοφορίας κεφαλαίων ή αμφότερων», όπως αυτές διασφαλίζονται από θεμελιακά κείμενα της ΕΕ και συγκεκριμένα από τη Συνθήκη για τη Λειτουργία της ΕΕ (ΣΛΕΕ) και την Αναθεωρημένη Χάρτα των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ.Ειδικά η τελευταία, προβλήθηκε από την κυβέρνηση ως το απαύγασμα της προστασίας των εργατικών δικαιωμάτων και επικυρώθηκε «μετά βαΐων και κλάδων» στην ελληνική Βουλή τον περασμένο Γενάρη.

Ο εισαγγελέας παρατηρεί ότι «κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 49 ΣΛΕΕ απαγορεύει τους περιορισμούς στην ελευθερία εγκαταστάσεως, ήτοι, κάθε εθνικό μέτρο το οποίο ενδέχεται να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση, από τους υπηκόους της Ενωσης, της ελευθερίας εγκαταστάσεως που εγγυάται η ΣΛΕΕ (...) Η απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως (σ.σ. των ομαδικών απολύσεων) συνιστά κατ' αρχήν τέτοιον περιορισμό (...) η επίμαχη ρύθμιση περιορίζει την ελευθερία της εργοδότριας επιχειρήσεως να προβαίνει σε ομαδικές απολύσεις, ορίζοντας ότι, εφόσον δεν τηρηθεί η ρύθμιση αυτή, οι απολύσεις είναι άκυρες».

Συνεπώς, συνεχίζει ο εισαγγελέας στο σκεπτικό της απόφασης, «μια τέτοια ρύθμιση συνιστά ευθεία παρέμβαση στην εσωτερική οργάνωση των επιχειρήσεων και στη διαχείριση του προσωπικού τους, ενδεχομένως εκθέτοντάς τες στον κίνδυνο να λειτουργούν με ζημία. Είναι χαρακτηριστικό ότι η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει, στις γραπτές παρατηρήσεις της, ότι η επίμαχη ρύθμιση ενδέχεται να είναι περιοριστική».
Κατά τον ίδιο τρόπο, ο εισαγγελέας ισχυρίζεται ότι «το άρθρο 49 της ΣΛΕΕ πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, με το οποίο κατοχυρώνεται η επιχειρηματική ελευθερία (η οποία) περιλαμβάνει: i) Την ελευθερία ασκήσεως οικονομικής ή εμπορικής δραστηριότητας, ii) την ελευθερία των συμβάσεων και iii) τον ελεύθερο ανταγωνισμό (22).
Ζητάει αλλαγές και στα όρια των απολύσεων
Με αυτό το σκεπτικό, οποιοσδήποτε περιορισμός στις ομαδικές απολύσεις, συνιστά «περιορισμό της ελευθερίας εγκαταστάσεως» και κατά συνέπεια «ισοδυναμεί με περιορισμό στην άσκηση της επιχειρηματικής ελευθερίας». Γι' αυτό, ο εισαγγελέας δεν καταφέρεται μόνο ενάντια στη διαδικασία της έγκρισης των ομαδικών απολύσεων από τον εκάστοτε υπουργό, αλλά έμμεσα ζητάει να απαλειφθεί κάθε νομικό εμπόδιο που συναντά η εργοδοσία όταν θέλει να απολύσει.
Είναι αποκαλυπτικό το σημείο της εισαγγελικής πρότασης όπου γράφεται επί λέξει: «(...) Υπό αυτές τις περιστάσεις, φρονώ ότι το όριο για τον προσδιορισμό τού τι συνιστά "δικαιολογημένη απόλυση" δεν μπορεί να είναι πολύ υψηλό, καθώς τούτο θα είχε ως συνέπεια να αναγκάζεται η επιχείρηση να αναβάλλει τα σχέδια αναδιαρθρώσεώς της επ' αόριστον, με κίνδυνο να παραμένει οικονομικά αναποτελεσματική». Δηλαδή, ανοίγει θέμα συνολικής αλλαγής της νομοθεσίας, ακόμα και για κατάργηση των ορίων που βάζει σήμερα ο νόμος στο πόσες απολύσεις μπορεί να κάνει μια επιχείρηση, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολεί.
Σημειώνει ακόμα ότι «(...) για να είναι πραγματικά αποτελεσματική η ελευθερία εγκατάστασης σε άλλη χώρα, πρέπει να παρέχει στους διασυνοριακούς οικονομικούς ομίλους το δικαίωμα να συρρικνώνουν και, τελικά, να κλείνουν τις εγκαταστάσεις τους σε ένα κράτος - μέλος. Με άλλα λόγια, να αποχωρούν από ένα κράτος - μέλος, ακόμη και αν το πράττουν απλώς και μόνο για να ασκήσουν μια οικονομική δραστηριότητα σε κράτος - μέλος όπου αυτή είναι πιο επικερδής.»
Οι εργαζόμενοι φταίνε για τις απολύσεις!
Μετά απ' όλα αυτά, αυτονόητα η εισαγγελική πρόταση φτάνει να ενοχοποιεί τους εργαζόμενους που αντιδρούν στις ομαδικές απολύσεις, καθιστώντας τους υπεύθυνους για τυχόν αδυναμία λειτουργίας της επιχείρησης και για απολύσεις ακόμα περισσότερων εργαζόμενων. Γράφει συγκεκριμένα η πρόταση:
«(...) δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τι μπορεί να συμβεί σε περίπτωση που η διοίκηση (σ.σ. κυβέρνηση) αρνηθεί να επιτρέψει τη διενέργεια των απολύσεων. Εάν η εργοδότρια επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα, εξαιτίας της οφειλόμενης στην εν λόγω άρνηση οικονομικής αναποτελεσματικότητας, θα έχει σαφές κίνητρο να κινήσει διαδικασία λύσεως και εκκαθαρίσεώς της, μετά την οποία δεν θα δεσμεύεται πλέον από την οδηγία 98/59 (36) και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα διαθέτει τα απαιτούμενα κεφάλαια για την αποζημίωση των εμπλεκόμενων εργαζομένων, εφόσον η επίμαχη ρύθμιση συνεχίσει να ισχύει σε μια τέτοια περίσταση. Τίθενται έτσι, παρεμπιπτόντως, σε κίνδυνο και οι θέσεις εργασίας των εργαζομένων που δεν επρόκειτο να απολυθούν. Ως εκ τούτου, αμφιβάλλω ότι η επίμαχη ρύθμιση θα μπορούσε να συμβάλει, με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, στη μείωση του ποσοστού ανεργίας».
Το ...κλάμα για τα δικαιώματα των εργοδοτών που θίγονται από τους περιορισμούς στις ομαδικές απολύσεις συνεχίζονται και πιο κάτω: «(...) περιορίζοντας την ικανότητα των εργοδοτών να απολύουν τους εργαζομένους ομαδικά, η επίμαχη ρύθμιση προστατεύει φαινομενικά μόνο τους εργαζομένους (...) Από ιστορικής απόψεως, η ιδέα της τεχνητής διατηρήσεως των εργασιακών σχέσεων δίχως επαρκή οικονομικά θεμέλια έχει δοκιμαστεί και έχει αποτύχει παταγωδώς σε ορισμένα πολιτικά συστήματα του παρελθόντος. Τούτο επιβεβαιώνει ότι, θεσπίζοντας μια αποτελεσματική αλλά και ευέλικτη προστατευτική διαδικασία, η οδηγία 98/59 παρέχει πραγματική προστασία στους εργαζόμενους, ενώ ένα σύστημα προηγούμενης εγκρίσεως όπως το επίμαχο, το οποίο καταφανώς δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της, δεν το πράττει».
Συχαρίκια στην ελληνική κυβέρνηση
Η εισαγγελική πρόταση καταλήγει όπως ακριβώς άρχισε: Με έναν ύμνο στην ελευθερία κίνησης κεφαλαίου, στις επενδύσεις, στην καπιταλιστική ανάκαμψη, εκθειάζοντας μάλιστα την ελληνική κυβέρνηση για την απόφασή της να προχωρήσει σε αλλαγές που θα υπακούουν στο πνεύμα των όσων περιγράφονται πιο πάνω. Γράφει ανάμεσα σε άλλα:
«(...) σε περιόδους κρίσεως, είναι εξίσου σημαντικό να μειωθεί το σύνολο των παραγόντων που αποθαρρύνουν τις νέες επιχειρήσεις από το να πραγματοποιούν επενδύσεις, δεδομένου ότι η οικονομική αποδοτικότητα μπορεί να βοηθήσει στην τόνωση της δημιουργίας θέσεων εργασίας και της οικονομικής αναπτύξεως. Αυτός, υποθέτω, είναι ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα, ως προϋπόθεση για την οικονομική βοήθεια που παρέχεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας, δέχτηκε "να προχωρήσει σε αυστηρή επανεξέταση και εκσυγχρονισμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων, των εργατικών κινητοποιήσεων και, σύμφωνα με την οικεία οδηγία και βέλτιστη πρακτική της [Ενωσης], των ομαδικών απολύσεων βάσει του χρονοδιαγράμματος και της προσέγγισης που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς. Κατόπιν της επανεξέτασης αυτής, οι πολιτικές για την αγορά εργασίας πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές, θα πρέπει δε να μη συνεπάγονται την επιστροφή σε παλαιότερα πλαίσια πολιτικής ασύμβατα με τους στόχους της προώθησης βιώσιμης ανάπτυξης χωρίς αποκλεισμούς».