Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Η ελληνική οικονομία στη σκιά της διεθνούς επιβράδυνσης



Οι προβλέψεις για την επιβράδυνση της διεθνούς οικονομίας και τον κίνδυνο εκδήλωσης νέας διεθνούς κρίσης την επόμενη τριετία αποτελούν πλέον κοινό τόπο στις αναλύσεις των διεθνών οργανισμών, παρά τις επιμέρους διαφορές τους.
Αδιάψευστος μάρτυρας της μεγάλης ανησυχίας στα ιμπεριαλιστικά κέντρα είναι τα νέα μέτρα που λαμβάνουν ή ετοιμάζονται να πάρουν οι κυβερνήσεις το επόμενο διάστημα. Στις ΗΠΑ προετοιμάζεται κυβερνητικό πρόγραμμα τόνωσης της ανάπτυξης με μειώσεις στη φορολογία επιχειρήσεων, ενώ ο Πρόεδρος Τραμπ πιέζει την κεντρική τράπεζα (FED) να μειώσει τα επιτόκια. Την ίδια ώρα, οι Δημοκρατικοί των ΗΠΑ, κυρίως ο Σάντερς, προτείνουν το σχέδιο του «Πράσινου Νιου Ντιλ», με μεγάλες επενδύσεις αντικατάστασης των σημερινών υποδομών δικτύων, των σταθμών ηλεκτροπαραγωγής, των μέσων μεταφοράς με βάση την «πράσινη τεχνολογία» και τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Στη Γερμανία ο Σύνδεσμος Γερμανικής Βιομηχανίας (BDI) απαιτεί επανεξέταση της δημοσιονομικής πολιτικής για να τονωθούν οι επενδύσεις, ιδιαίτερα στις ψηφιακές υποδομές και στις εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Στην Ευρωζώνη αλλά και στο εσωτερικό της Γερμανίας δυναμώνουν οι αντιπαραθέσεις για την ανάγκη χαλάρωσης και αλλαγής του σημερινού Συμφώνου Σταθερότητας, ώστε να διασφαλίζεται μεγαλύτερη ευελιξία στη δημοσιονομική πολιτική.
Οπως όμως ομολογούν και οι αστοί αναλυτές με βάση και την πρόσφατη πείρα, τα μέτρα αστικής διαχείρισης, τα οποία μπορούν να πάρουν, έχουν περιορισμένη δυνατότητα να μεταθέσουν χρονικά και να αμβλύνουν ουσιαστικά το βάθος της επερχόμενης νέας κρίσης. Ολα αυτά τα μέτρα επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής για τη στήριξη των νέων επενδύσεων, μεταβολής των νομισματικών ισοτιμιών, φθηνού δανεισμού των επιχειρήσεων, δεν μπορούν να αναιρέσουν την αιτία εκδήλωσης της καπιταλιστικής κρίσης, που πηγάζει απ' την ίδια τη λειτουργία του συστήματος. Δεν μπορούν να διασφαλίσουν την ελεγχόμενη απαξίωση του μεγάλου μεγέθους υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου, που λιμνάζει και δεν βρίσκει σήμερα διεξόδους ικανοποιητικής κερδοφορίας. Πίσω απ' τα επιμέρους θέματα, όπως τα υπερχρεωμένα κράτη και οι μεγάλοι προβληματικοί όμιλοι του χρηματοπιστωτικού συστήματος, κρύβεται αυτό το μεγάλο ζήτημα. Ο καπιταλισμός δεν μπορεί να ξεφύγει απ' τις αξεπέραστες αντιφάσεις του και γεννά δυνατότητες για την ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.
Αντιθέσεις ΗΠΑ - Κίνας - Γερμανίας και το Brexit
Στο έδαφος της επιβράδυνσης οξύνονται επικίνδυνα οι αντιθέσεις τόσο ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Κίνα, Ευρωζώνη) όσο και στο εσωτερικό των αστικών τάξεων, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, στη Γερμανία και τη Βρετανία.
Παρότι η όξυνση αυτή εμφανίζεται με τη μορφή του «εμπορικού πολέμου» και της ενίσχυσης των μέτρων προστατευτισμού της αμερικανικής κυβέρνησης απέναντι στην Κίνα και τη Γερμανία, το περιεχόμενο της αντιπαράθεσης είναι πολύ βαθύτερο. Δεν περιορίζεται μόνο στις εμπορικές ανταλλαγές. Αφορά τη στρατηγική προσπάθεια των ΗΠΑ να μην απολέσουν την οικονομική και τεχνολογική πρωτοκαθεδρία στον διεθνή ανταγωνισμό (π.χ. η παρέμβαση των ΗΠΑ κατά την παρουσία της Κίνας στην ευρωπαϊκή και αμερικανική αγορά τεχνολογίας 5G) και να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος.
Το αντικειμενικό υπόβαθρο των αντιθέσεων είναι πολύ ισχυρό. Αυτήν τη στιγμή, παρά τις απώλειες στα διεθνή χρηματιστήρια, δεν μπορεί να συμφωνηθεί ούτε καν το χρονοδιάγραμμα επανέναρξης των αμερικανοκινεζικών συνομιλιών για μια προσωρινή συμφωνία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της όξυνσης των αντιθέσεων είναι η στήριξη της αμερικανικής κυβέρνησης στην κυβέρνηση Τζόνσον της Βρετανίας, για να προχωρήσει σε ένα Brexit χωρίς συμφωνία με την ΕΕ, και η σφοδρή αντίθεση των βρετανικών αστικών δυνάμεων που ιεραρχούν ως προτεραιότητα τη διατήρηση της σχέσης Βρετανίας - ΕΕ.
Εκτός των εξελίξεων του Brexit, η πολιτική των ΗΠΑ πιέζει ιδιαίτερα τη γερμανική οικονομία, όχι μόνο με τις άμεσες κυρώσεις και τις απειλές αύξησης των δασμών σε ευρωπαϊκά εμπορεύματα, αλλά και έμμεσα, αφού ο «εμπορικός πόλεμος» ΗΠΑ - Κίνας πλήττει τελικά τις γερμανικές εξαγωγές μηχανολογικού εξοπλισμού και αυτοκινήτων.
Ταυτόχρονα οξύνεται η ενδοαστική διαπάλη στο εσωτερικό των ΗΠΑ, όπου απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ ενεργοποιείται όλο και περισσότερο το ισχυρό τμήμα του χρηματιστικού κεφαλαίου που δεσπόζει στη Wall Street, το οποίο προτάσσει την πολιτική του «Πράσινου Νιου Ντιλ» και τη χαλάρωση των μέτρων προστατευτισμού, χρησιμοποιώντας τον μανδύα της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
Στην Ευρωζώνη οξύνονται ιδιαίτερα οι αντιθέσεις που αφορούν την οικονομική και κυρίως τη δημοσιονομική διαχείριση (π.χ. Γερμανίας - Ιταλίας) με βάση τις διαφορετικές προτεραιότητες των αστικών τάξεων των κρατών - μελών.
Πρόκειται για ένα εκρηκτικό μείγμα αντιθέσεων, που αυξάνει τους κινδύνους εκτεταμένων ιμπεριαλιστικών πολεμικών αναμετρήσεων για ένα νέο μοίρασμα αγορών και εδαφών με οικονομική σημασία, αλλά και ως διέξοδο «καταστροφής» μέρους του υπερσυσσωρευμένου κεφαλαίου. Οι αντιθέσεις ΝΑΤΟ - Ρωσίας και Κίνας, αλλά και στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ (π.χ. ΗΠΑ - Γαλλία), για την Ανατολική Μεσόγειο με αιχμή το ζήτημα του Ιράν, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αποδεικνύουν πόσο επικίνδυνη είναι η πολιτική σημαιοφόρου του ΝΑΤΟ που προωθούν οι ελληνικές κυβερνήσεις.
Οι επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία
Η σημερινή επιβράδυνση και πολύ περισσότερο η πιθανή εκδήλωση διεθνούς κρίσης στη συνέχεια θα έχει αρνητικές επιδράσεις στο ρυθμό καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Αρκεί να σκεφτούμε μόνο τις επιπτώσεις στους τομείς των εξαγωγών, του τουρισμού, της ναυτιλίας και γενικότερα των μεταφορών.
Ηδη στο πρώτο εξάμηνο του 2019 καταγράφονται άνοδος του εμπορικού ελλείμματος της χώρας, επιβράδυνση της ανόδου της βιομηχανικής παραγωγής, πτώση στον γενικό δείκτη των λιανικών πωλήσεων.
Η ιστορία των προηγούμενων διεθνών κρίσεων δείχνει ότι δεν μεταφράζονται άμεσα και ανάλογα στο χρόνο και στο βάθος τους στην ελληνική οικονομία.
Ωστόσο, σε σχέση με τις προηγούμενες κρίσεις, υπάρχουν τρεις παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν τον αρνητικό αντίκτυπο απ' την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο πρώτος αφορά τη σημαντική άνοδο του βαθμού εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας από 20% το 2009 σε 31% το 2017. Η άνοδος αυτή αποτελούσε στόχο των διαρθρωτικών αλλαγών της αστικής πολιτικής στη φάση της κρίσης.
Ο δεύτερος παράγοντας αφορά την όξυνση των αντιθέσεων ΗΠΑ - Κίνας - Γερμανίας, που θα επιδράσει αντιφατικά στην πορεία στην υλοποίηση μεγάλων σχεδίων Αμεσων Ξένων Επενδύσεων στη χώρα (π.χ. της COSCO στο λιμάνι του Πειραιά). Οι ΗΠΑ στηρίζουν ως προτεραιότητα τις επενδύσεις εξόρυξης υδρογονανθράκων και μεταφοράς Ενέργειας στα Βαλκάνια και στην ΕΕ. Η Γερμανία το «Πράσινο επενδυτικό σχέδιο» της κυβέρνησης.
Ο τρίτος παράγοντας αφορά την κατάσταση του εγχώριου τραπεζικού συστήματος και την αδυναμία του να διασφαλίσει όρους ικανοποιητικού δανεισμού των εγχώριων ομίλων και μεγάλων επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού. Οι διαπραγματεύσεις με την ΕΕ για τα ετήσια πλεονάσματα και τη διαχείριση του κρατικού χρέους αφορούν και αυτό το ζήτημα. Αυτοί οι παράγοντες καθιστούν επισφαλείς τις προβλέψεις της κυβέρνησης για «αναπτυξιακό άλμα» και «επενδυτικό τσουνάμι» το επόμενο διάστημα.
Οργάνωση της λαϊκής αντεπίθεσης
Σε κάθε περίπτωση, η κυβερνητική πολιτική βελτίωσης του επενδυτικού κλίματος προϋποθέτει την ισοπέδωση δικαιωμάτων, τους μισθούς και τις συντάξεις της πείνας, την ένταση της καταστολής. Το σύνολο της κυβερνητικής πολιτικής συνιστά κλιμάκωση της επίθεσης του κεφαλαίου απ' την επανεκκίνηση των πλειστηριασμών, την επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων και τις αυξήσεις ηλεκτρικού ρεύματος, μέχρι τα σχέδια για τον συνδικαλιστικό και τον εκλογικό νόμο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΙΝΑΛ στηρίζουν σήμερα ενεργά όλες τις βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις της αστικής τάξης και της ΕΕ, που εξάλλου προώθησε αποφασιστικά η κυβέρνηση Τσίπρα. Οι εργαζόμενοι έχουν συσσωρευμένη αρνητική πείρα, που δείχνει ότι ο λαός καλείται συνεχώς να κάνει νέες θυσίες στο βωμό των κερδών του κεφαλαίου και στη φάση της κρίσης και στη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
Γι' αυτό και το αστικό προσκλητήριο για ενεργή συμπόρευση του λαού, της εργατικής τάξης, στους στόχους του κεφαλαίου, μπορεί και πρέπει να πέσει στο κενό.
Οι εξελίξεις γεννούν δυνατότητες να ενισχυθούν οι εστίες αντίστασης και αντεπίθεσης σε κάθε χώρο δουλειάς που θα σημαδεύουν τον πραγματικό αντίπαλο της άρχουσας τάξης, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Να ξεδιπλωθεί στο έδαφος των λαϊκών προβλημάτων πλατιά ιδεολογικοπολιτική αντεπίθεση, που θα φωτίζει ότι υπάρχει άλλος δρόμος, ο δρόμος της πραγματικής ανατροπής, της κατάργησης της εκμετάλλευσης, του σοσιαλισμού.

Του
Μάκη ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ*
Ο Μ. Παπαδόπουλος είναι μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ